Η εντολή της αρχόντισσας και η Παναγιά στο Χάρακα

Η εντολή της αρχόντισσας και η Παναγιά στο Χάρακα



Διαδώστε το

Στον εθνικό δρόμο από τα Χανιά στο Ηράκλειο, δυο χιλιόμετρα μετά το Μπαλί, υπάρχει μια μικρή εκκλησούλα, η λεγόμενη Παναγιά στο Χάρακα. Γύρω από το χτίσιμό της υπάρχει ένας θρύλος, οι απαρχές του οποίου χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Σύμφωνα με το θρύλο, τα βυζαντινά χρόνια, ένα καράβι με μιαν αρχόντισσα ανοίχτηκε στο Αιγαίο. Περνούσε ανάμεσα από τα μικρά και τα μεγάλα νησιά μα δε σταματούσε, μέχρι που έφτασε στα νερά της Κρήτης. Εκεί άλλαξε τακτική. Χωρίς βιασύνη, άρχισε να κινείται παραλιακά. Όταν σταματούσε, η αρχόντισσα έβγαινε στη στεριά, χαιρόταν τις ομορφιές του νησιού κι ύστερα συνέχιζε το ταξίδι.

Κάποτε που το καράβι βρέθηκε στα νερά του Πανόρμου, κοντά στον όρμο του Μπαλί, η αρχόντισσα βγήκε στη στεριά, προχώρησε στο μέρος που βρίσκεται σήμερα η εκκλησία και παρατηρούσε τριγύρω τον άγριο τόπο. Ένας βοσκός από ψηλά την είδε και ειδοποίησε τους χωρικούς, που κατέβηκαν παραξενεμένοι. Στο μεταξύ εκείνη είχε προχωρήσει αρκετά. Ένας μεγάλος βράχος, ένας Χάρακας που ξεχώριζε, της κέντρισε την περιέργεια και πήγε κοντά του. Άρχισε να τον εξερευνά και να τον εξετάζει από όλες τις μεριές. Καθώς παρατηρούσε μια σκισμάδα του, είδε κάτι, έσκυψε, το τράβηξε με προσοχή κι είδε έκπληκτη ότι κρατούσε στα χέρια της την εικόνα της Κοίμησης της Παναγίας!

Την καθάρισε με συγκίνηση, την προσκύνησε με σεβασμό κι ύστερα την έδωσε και στους ντόπιους να τη χαρούν κι εκείνοι! Η χαρά τους ήταν απερίγραπτη κι αποφάσισαν να γιορτάσουν την ξεχωριστή τιμή που τους έκαμε η Παναγία. Ο βοσκός έσφαξε ένα αρνί και το έβαλε στη σούβλα, κάποιοι άλλοι έφεραν ψωμί και κρασί κι όλοι μαζί κάτω από τη σκιά μιας χαρουπιάς έφαγαν ήπιαν και τραγούδησαν. Ύστερα η αρχόντισσα άφησε στους ντόπιους την εικόνα μαζί με πολλά χρήματα, για να χτίσουν εκκλησία στη χάρη της Μητέρας του θεού. ``Του χρόνου θα ξανάρθω. Η εκκλησία να είναι έτοιμη, για να κάμομε μαζί την πρώτη λειτουργία``, τους είπε κι αποχαιρετώντας τους μπήκε στο καράβι κι έφυγε.

Οι απλοϊκοί κάτοικοι έμειναν με την εικόνα και τα χρυσά νομίσματα. Γύρισαν στο χωριό τους αποφασισμένοι να εκτελέσουν την εντολή της. Προσωρινά άφησαν την εικόνα στην εκκλησία του χωριού και δίκαια μοιράστηκαν τα χρήματα, κάνοντας τη σκέψη ότι έτσι κι αλλιώς σε αυτούς ανήκαν μια κι όλοι μαζί θα βοηθούσαν στο χτίσιμο. Τις πρώτες βδομάδες οι συζητήσεις στρέφονταν γύρω από αυτό το θέμα κι η μια γνώμη ακολουθούσε την άλλη. Όλοι είχαν κάτι να προτείνουν, γιατί επιθυμία τους ήταν να γίνει ένας ναός πανέμορφος και μοναδικός.

Στο μεταξύ το νέο για την εικόνα μαθεύτηκε στα κοντινά χωριά κι ευσεβείς προσκυνητές έρχονταν ομαδικά και μαζί με τα άλλα, δυνάμωναν τις συζητήσεις για την οικοδόμηση του ναού. Μα όσο περνούσαν οι βδομάδες, οι προσκυνητές αραίωναν, οι δουλειές στο χωριό δε σταματούσαν κι οι συζητήσεις άρχισαν να λιγοστεύουν. Το ίδιο και τα χρήματα που σιγά-σιγά ξοδεύτηκαν εντελώς. Ύστερα έπιασε χειμώνας και κλείστηκαν μέσα, μερικοί είπαν ότι η εικόνα ήταν καλά φυλαγμένη στην εκκλησία τους και δε χρειαζόταν καινούργια και η υπόθεση άρχισε να ξεχνιέται.

Την άνοιξη κανείς δε θυμόταν την αρχόντισσα και την παραγγελιά της. Μόνο σαν ήρθε το καλοκαίρι και στα νερά του πελάγους φάνηκε το καράβι με την αρχόντισσα, ένιωσαν την ενοχή τους που δεν είχαν βάλει ούτε τα θεμέλια ενός ναού που είχαν υποσχεθεί να ετοιμάσουν. Κι όχι μόνο για αυτό. Από τα χρήματα που τους άφησε για το σκοπό αυτό δεν είχε μείνει τίποτα. Όλα είχαν φαγωθεί...

Αποφάσισαν να ξεγελάσουν τη γυναίκα και σκηνοθέτησαν μια ψεύτικη ιστορία: Έβαλαν τον πρωτομάστορα του χωριού να ξαπλώσει σε ένα κρεβάτι να κάνει τον πεθαμένο κι αυτοί με περίλυπο ύφος κατέβηκαν στην παραλία, όπου είχε αποβιβαστεί η κυρά και με δάκρυα της είπαν ότι έπεσε θανατικό στην περιοχή, ορφάνεψε το χωριό κι αναγκάστηκαν να ξοδέψουν τα χρήματα, που τους άφησε, στους γιατρούς κι ότι ακόμη κι ο πρωτομάστορας δε γλύτωσε το κακό. Μήνες βασανιζόταν και τώρα τον είχαν νεκρό και κείνη την ημέρα θα τον έθαβαν. Αν αμφισβητούσε τα λόγια τους, μπορούσε να πάει στο σπίτι που είχαν το λείψανο του και να το δει...

Η αρχόντισσα πείστηκε. Τους μίλησε με συμπόνια και κατανόηση. Και πάλι τους άφησε πολλά χρυσά νομίσματα και την ίδια παραγγελία. Ύστερα γύρισε, μπήκε στο καράβι κι έφυγε. Οι ντόπιοι έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Τα κατάφεραν! Ως του χρόνου είχε ο Θεός... Έτρεξαν να το πουν στον πρωτομάστορα. Μα όταν έφτασαν στο σπίτι και μπήκαν στο δωμάτιο όπου ήταν το κρεβάτι του, τον είδαν ακίνητο σαν άγαλμα. Ήταν στα αλήθεια νεκρός!

Φόβος απερίγραπτος τους κυρίεψε, γιατί στο θάνατο του πρωτομάστορα είδαν τη δίκαιη θεϊκή τιμωρία. Και, για αυτό, χωρίς καθυστέρηση κατέβηκαν στην παραλία κι έχτισαν το εκκλησάκι που, ανακαινισμένο, σώζεται ίσαμε σήμερα. Σιγά-σιγά χτίστηκαν γύρω κι άλλα οικοδομήματα, κελιά, αποθήκες, άλλοι βοηθητικοί χώροι, φυτεύτηκαν μερικές ελιές κι όλα μαζί, αν και ερειπωμένα σήμερα, μαρτυρούνε τη ζωή που άνθισε τότες και τώρα δεν υπάρχει…

Σχόλια


« Επιστροφή

Άλλα άρθρα...

Πρώτο θέμα