Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας: «Φως» στον Βυζαντινό πολιτισμό!

Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας: «Φως» στον Βυζαντινό πολιτισμό!



Διαδώστε το

Το Βυζαντινό Μουσείο της Βέροιας στεγάζεται σε ένα πρόσφατα ανακαινισμένο βιομηχανικό κτίριο που βρίσκεται στη διατηρητέα συνοικία της Κυριώτισσας. Το κτίριο είχε ιδρυθεί στις αρχές του 20ου αιώνα από το Στέργιο Μάρκου, γιατρό με σπουδές στο Βουκουρέστι. Επρόκειτο για αλευρόμυλο που λειτουργούσε με κυλίνδρους και κινούνταν με νερό από παρακλάδι του Τριπόταμου που περνούσε σε επαφή με τη νότια όψη του μύλου.

 

Το κτίριο, τυπικό δείγμα της αρχιτεκτονικής βιομηχανικών κτιρίων της περιόδου, ήταν αρχικά τετραώροφο. Η τοιχοποιία του αποτελούνταν από τοπικό πωρόλιθο και ισχυρό ασβεστοκονίαμα και ενισχυόταν στις γωνίες με λαξευμένα αγκωνάρια. Τα πατώματα και η στέγη ήταν ξύλινα και εδράζονταν με μεταλλικό σκελετό από χυτοσίδηρο στις περιμετρικές τοιχοποιίες. Ο αλευρόμυλος λειτουργούσε έως τη δεκαετία του 1960, ενώ το 1981 κάηκε.

 

Το ανακαινισμένο κτίριο – μουσείο περιλαμβάνει ισόγειο με πωλητήριο, εργαστήρια συντήρησης, αποθηκευτικούς χώρους, χώρους εκπαιδευτικών προγραμμάτων, περιοδικών εκθέσεων και διεξαγωγής διαλέξεων, καθώς και τρεις ορόφους, συνολικού εμβαδού 720 τ.μ., καθένας από τους οποίους φιλοξενεί μια εννοιολογικά αυτοτελή ενότητα της μόνιμης έκθεσης. Το υλικό της μόνιμης έκθεσης περιλαμβάνει μέρος μιας πλούσιας συλλογής φορητών εικόνων, τοιχογραφίες, αποσπασμένους από ναούς, ψηφιδωτά δάπεδα από κοσμικά και θρησκευτικά κτίρια, χειρόγραφα και παλαίτυπα, έργα αγγειοπλαστικής και μικροτεχνίας, νομίσματα και ξυλόγλυπτα, ταφικά ευρήματα, αρχιτεκτονικά γλυπτά και μαρμάρινες επιγραφές.

 

Ειδικότερα, η έκθεση του πρώτου ορόφου παρουσιάζει τα κύρια στοιχεία του βυζαντινού πολιτισμού μέσα από το παράδειγμα της Βέροιας, μιας περιφερειακής πόλης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με σημαντική ιστορία και αξιόλογο μνημειακό πλούτο, και τις ποικίλες πολιτισμικές σχέσεις της με τα μεγάλα κέντρα του βυζαντινού κόσμου, την Κωνσταντινούπολη και την Θεσσαλονίκη, αλλά και με τις άλλες βυζαντινές πόλεις του εγγύτερου μακεδονικού χώρου. Πεδία μελέτης αυτής της επικοινωνίας είναι η Κωνσταντινούπολη που εκφράζει την παραγωγή του κέντρου, η Θεσσαλονίκη που αντανακλά την πρωτεύουσα και η Καστοριά, ως παράλληλο παράδειγμα πόλης της περιφέρειας. Η επικοινωνία των πόλεων ανιχνεύεται στη λατρεία, στην τέχνη, στις οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές, αλλά και στο ανθρώπινο δυναμικό, δηλαδή τους καλλιτέχνες, οι μετακινήσεις των οποίων συνέβαλαν στην διάδοση των ιδεών, των αισθητικών αξιών και των ιδεολογικών ρευμάτων της Αυτοκρατορίας.

 

Το μουσειολογικό πρόγραμμα συμπληρώνεται με την παρουσίαση του δημοσίου και ιδιωτικού βίου της πόλης στο δεύτερο όροφο και ολοκληρώνεται με την αναπαράσταση της λατρείας μέσα από τα στοιχεία που προσφέρουν ο χώρος τέλεσής της αλλά και η ανθρώπινη αντίληψη για το Θείο και την αγιότητα στον τρίτο όροφο.

Σχόλια


« Επιστροφή

Άλλα άρθρα...

Πρώτο θέμα